Οι δίκες των μαγισσών στο Salem


Οι δίκες των μαγισσών στο Salem της Μασσαχουσέττης αποτέλεσαν μια σκοτεινή περίοδο της Αμερικανικής ιστορίας και έγιναν συνώνυμο της μαζικής υστερίας. Περισότεροι από 200 άνθρωποι φυλακίστηκαν εκείνη την περίοδο και 20 εκτελέστηκαν με την κατηγορία της μαγείας. Σε αντίθεση με το ευρωπαϊκό κυνήγι μαγισσών, στην Αμερική δεν επιτρεπόταν το κάψιμο των κατηγορουμένων επειδή το δικαστικό σύστημα λειτουργούσε σύμφωνα με τον αγγλικό νόμο, έτσι οι ένοχοι απαγχονίζονταν στο λόφο Gallows Hill, που σημαίνει «ο λόφος της κρεμάλας» και ύστερα τα νεκρά σώματα τους αποτεφρώνονταν για να μην στοιχειώσουν την πόλη. Μεταξύ των θυμάτων ήταν ένας υπουργός, ένας αστυφύλακας που αρνήθηκε να συλλάβει περισσότερα άτομα και δύο σκυλιά που κατηγορήθηκαν ως συνεργοί.



Για να κατανοήσουμε τις αιτίες αυτού του ξαφνικού ξεσπάσματος πρέπει να παρατηρήσουμε με προσοχή τη χρονική στιγμή που έλαβαν χώρα οι κατηγορίες, όπως επίσης την πολιτική και κοινωνική κατάσταση που βρίσκονταν οι αποικίες της Νέας Αγγλίας. Αν από τα γεγονότα του Salem αφαιρέσουμε το μεταφυσικό στοιχείο, θα βρούμε τους κινδύνους που κρύβονται όταν ο θρησκευτικός φανατισμός σε συνδυασμό με τα πολιτικά συμφέροντα παρεισφρήσουν στις ατομικές ελευθερίες των ανθρώπων.

Οι κατηγορούμενοι στην πλειοψηφία τους ήταν γυναίκες που είχαν περιθωριοποιηθεί από την αυστηρή πουριτανική κοινότητα και αντιμετωπίζονταν ως αποδιοπομπαίοι τράγοι επειδή αποτελούσαν βάρος για την κοινωνία. Συνήθως προέρχονταν από τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, ήταν φτωχές, επαίτες ή έπασχαν από κάποια ψυχική ασθένεια, πράγμα που τις καθιστούσε εύκολους στόχους. Κατηγορήθηκαν όμως και γυναίκες που κατείχαν περιουσία και γη, και αυτό επειδή στις πατριαρχικές κοινότητες των πουριτανών κυριαρχούσε η αντίληψη ότι η θέση της γυναίκας έπρεπε να περιορίζεται στο να είναι καλή σύζυγος και μητέρα. Η κατοχής της γης σήμαινε αυτομάτως ότι η γυναίκα θα είχε λόγο στην κοινότητα, θα είχε τη δύναμη να εκφράζεται, θα ήταν ανεξάρτητη και αυτάρκης. Ακολουθώντας την ευρωπαϊκή συνταγή των διώξεων, κίνδυνο διέτρεχαν και οι μεσήλικες γυναίκες που είχαν περάσει τη γόνιμη περίοδο, ήταν μοναχικές ή ζούσαν απομονωμένες.

Επίσημα οι δίκες του Salem ξεκίνησαν τον Φεβρουάριο του 1692 αλλά δεν ήταν η πρώτη φορά που κάποιος κατηγορήθηκε και δικάστηκε για μαγεία στην περιοχή της Μασσαχουσέττης. Η πουριτανική νοοτροπία επικρατούσε στην καθημερινότητα των αποίκων της Νέας Αγγλίας και προωθούσε τον ακραίο συντηρητισμό. Οι άνθρωποι πίστευαν ότι ο Σατανάς προσπαθούσε να διαβάλλει και να καταστρέψει τις χριστιανικές κοινωνίες τους. Συχνά είχε για  συνεργούς τις μάγισσες που τους χάρισε ξεχωριστές δυνάμεις για να βλάπτουν τους άλλους. Η υποψία για οποιαδήποτε μαγική πράξη θεωρούνταν αμαρτία και μπορούσε να αποβεί μοιραία.

Λίγο πριν ξεσπάσει η παραφροσύνη του Salem, στη γειτονική πόλη της Βοστόνης ο ιερέας Cotton Mather περιέγραφε λεπτομερώς στο βιβλίο του «Memorable Providences Relating to Witchcrafts and Possessions» τις παρατηρήσεις του σχετικά με την υπόθεση της “μάγισσας” Goody Glover. Η Glover ήταν καθολική, καταγόταν από την Ιρλανδία και εργαζόταν στη Βοστόνη σαν υπηρέτρια της οικογένειας Goodwin. Το καλοκαίρι του 1688 τέσσερα από τα πέντε παιδιά των Goodwin αρρώστησαν μετά από ένα καβγά με την κόρη της Glover, ένα από αυτά μάλιστα υποστήριξε ότι αρρώστησε αφού την έπιασε να κλέβει από τη μπουγάδα. Η Goody Glover συλλήφθηκε, δικάστηκε και απαγχονίστηκε με την κατηγορία της μαγείας. Στο δικαστήριο της ζητήθηκε να απαγγείλει μια προσευχή αλλά αφού μετά βίας μιλούσε αγγλικά, μίλησε στην Ιρλανδική γλώσσα με λίγα σπαστά λατινικά.

Οι απόψεις και τα γραπτά κείμενα του ιερέα Cotton Mather, αλλά και του πατέρα του Increase Mather, σχετικά με τη μαγεία επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό μια εποχή όπου οι δεισιδαιμονίες και η προλήψεις ήταν βαθιά ριζωμένες στις ζωές των ανθρώπων. Αρκετοί τους θεωρούν έμμεσα υπεύθυνους για τον πανικό που ακολούθησε αργότερα.

Εκτός από το συνεχές αίσθημα της καταπίεσης και του φόβου οι κάτοικοι του Salem βρίσκονταν κάτω από μεγάλη πίεση εξαιτίας πολλών παραγόντων. Η μισαλλοδοξία των πουριτανών τους έφερε αντιμέτωπους με τους αυτόχθονες ιθαγενείς γιατί πολλοί τους θεωρούσαν κατώτερα όντα και υπηρέτες του Διαβόλου, θεωρώντας δικαιολογημένη την επιβολή του αποικιακού καθεστώτος. Σύντομα οι ιθαγενείς άρχισαν τις επιθέσεις και τις επιδρομές στους οικισμούς τους και δόθηκαν σκληρές μάχες για την εδραίωση των αποικιών. Ο Cotton Mather ανακαλώντας αργότερα τα γεγονότα στο Salem είχε γράψει για τους ιθαγενείς: ”Αντιμετώπισα μερικά περίεργα πράγματα… τα οποία με έκαναν να σκεφτώ ότι αυτός ο ανεξήγητος πόλεμος [δηλ. ο πόλεμος που έγινε από τα πνεύματα του αόρατου κόσμου ενάντια στους ανθρώπους του Salem] θα μπορούσε να προέρχεται από τους Ινδιάνους, των οποίων οι ανώτατοι αρχηγοί είναι πασίγνωστοι σε ορισμένους από τους αιχμαλώτους μας ως φοβεροί γητευτές και διαβολικοί μάγοι και ότι επικοινωνούν με τους δαίμονες.”

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που οι άποικοι είχαν να αντιμετωπίσουν ήταν το ξέσπασμα της ευλογιάς, μιας φοβερής επιδημίας που στέρησε τη ζωή σε εκατοντάδες ανθρώπους. Οι συγκρούσεις των  Άγγλων και των Γάλλων πάνω σε αμερικανικό έδαφος με αφορμή τον έλεγχο του εμπορίου γούνας, είχαν αποδυναμώσει τις αποικίες και οδήγησαν σε μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα. Επιπλέον, ο βαρύς χειμώνας του 1692 εξάντλησε ακόμα περισσότερο την υπομονή των ανθρώπων, οι οποίοι έφτασαν στο σημείο να υποπτεύονται ότι οι δυστυχίες τους οφείλονταν στο έργο του Διαβόλου.

Εκτός από τους εξωτερικούς παράγοντες το Salem είχε να αντιμετωπίσει και εσωτερικές εντάσεις που δυσκόλευαν την καθημερινότητα των κατοίκων του. Το Salem Village, τώρα ονομάζεται Danvers, ήταν ένα μικρό αγροτικό χωριό λίγα χιλιόμετρα μακριά από την Salem Town που εκείνη την περίοδο ευδοκιμούσε και αποκτούσε δύναμη χάρη στο λιμάνι της. Ο ατομικιστικός χαρακτήρας της πόλης και η κοσμικότητα της όμως έρχονταν σε αντίθεση με την απλή ζωή των πουριτανών χωρικών που πάσχιζαν για την ανεξαρτοποίηση τους. Μια μεγάλη διαμάχη είχε ξεσπάσει ανάμεσα στις δύο ισχυρές οικογένειες του Salem Village διχάζοντας τους χωρικούς και επηρεάζοντας άμεσα τις ζωές τους. Επικεφαλής της μιας παράταξης ήταν η οικογένεια Porter που προωθούσε τις εμπορικές σχέσεις με την πόλη, και από την άλλη μεριά βρισκόταν η οικογένεια Putnam που υποστήριζε τον διαχωρισμό του Salem Village από την Salem Town.

Τα πράγματα περιπλέχτηκαν ακόμα περισσότερο όταν τον άμβωνα του χωριού ανέλαβε ο αιδεσιμότατος Samuel Parris, ένας φανατισμένος άντρας που έβλεπε πίσω από κάθε κακοτυχία να κρύβεται το έργο του Διαβόλου. Μετά την επιχειρηματική του αποτυχία, ο Parris είδε σε αυτή τη θέση την ευκαιρία να αποκτήσει επιτέλους το σεβασμό που επιθυμούσε. Συν τοις άλλοις είχε τη φήμη του άπληστου και μετά από μια σειρά απαιτήσεων που σχετίζονταν με τον μισθό του και τη γη, το μικρό χωριό διχάστηκε ακόμα περισσότερο.

Τα πρώτα “θύματα” της μαγείας προέρχονταν από την οικογένεια του Samuel Parris, η 9 χρονη κόρη του Betty και η 11 χρονη ξαδέρφη της Abigail Williams ήταν τα κορίτσια που άρχισαν να παρουσιάζουν μια αλλόκοτη συμπεριφορά συνοδευόμενη με σπασμωδικές κινήσεις και ουρλιαχτά. Το αμέσως επόμενο κορίτσι που εμφάνισε τα ίδια συμπτώματα ήταν η Ann Putnam Jr και σύντομα ακολούθησαν και άλλα κορίτσια από το Salem Village. Μια θεωρία λέει ότι οι Putnam εκμεταλλεύτηκαν την τεταμένη ατμόσφαιρα και βρήκαν την ευκαιρία να κατηγορήσουν τους εχθρούς τους. Είναι πολύ πιθανό τα παιδιά να χειραγωγήθηκαν από τους μεγαλύτερους τους αφού οι ίδιοι δεν μπορούσαν να έρθουν ανοιχτά αντιμέτωποι μεταξύ τους. Άλλες έρευνες αναφέρουν ότι η παράξενη συμπεριφορά τους μπορεί να οφειλόταν σε παιδική κακοποίηση, διάφορες ψυχώσεις, επιληψία, δηλητηρίαση από μουχλιασμένο ψωμί, ή απλά τα κορίτσια απολάμβαναν την εξουσία και την πρωτοφανή προσοχή που τράβηξαν πάνω τους.

Το κυνήγι των μαγισσών σύντομα επεκτάθηκε και στις γειτονικές πόλεις με αποτέλεσμα να γεμίσουν οι φυλακές με περισσότερα από 200 κατηγορούμενα άτομα. Μερικοί φυλακισμένοι δεν άντεξαν τις άθλιες συνθήκες που επικρατούσαν, το συνωστισμό και το αλυσόδεμα στους τοίχους, αφήνοντας την τελευταία τους πνοή μέσα στη φυλακή. Οι κατηγορούμενοι για να υπερασπιστούν τον εαυτό τους έπρεπε να ομολογήσουν ή να κατηγορήσουν άλλους για μαγεία. Τα αποδεικτικά στοιχεία που αποκάλυπταν τις μάγισσες κρίθηκαν τελικά απαράδεκτα αναγγέλλοντας και το τέλος των διώξεων. Η κατοχή ορισμένων αντικειμένων όπως αλοιφές και ύποπτα βιβλία, κάποια ελιά ή παράξενο σημάδι πάνω στο σώμα, οι μαρτυρίες των κατήγορων ότι το πνεύμα του ενόχου τους επιτίθεται, λαμβάνονταν σοβαρά υπόψη από τους δικαστές και οδηγούσαν σε καταδίκη.

Η αξιοπιστία των κοριτσιών άρχισε να αμφισβητείται όταν κατήγγειλαν μέλη από τις ανώτερες τάξεις συμπεριλαμβανομένου και τη σύζυγο του κυβερνήτη της Μασσαχουσέττης. Στις 22 Σεπτεμβρίου του 1692 οι τελευταίοι 8 κατηγορούμενοι απαγχονίστηκαν στο λόφο Gallows Hill. Ένα μήνα αργότερα στις 29 Οκτωβρίου ο κυβερνήτης Phips άλλαξε τη σύνθεση του δικαστηρίου και απάλλαξε το φρικτό δικαστή William Stoughton από τα καθήκοντα του. Το καινούριο δικαστήριο αποφάσισε ότι οι κατηγορούμενοι θα κρίνονται ένοχοι μόνο αν υπήρχαν σοβαρές αποδείξεις. Μέχρι τον Μάιο του 1963  είχαν αποφυλακιστεί και οι τελευταίοι κατηγορούμενοι και ο κυβερνήτης Phips έδωσε χάρη σε όσους είχαν καταδικαστεί. Το 1711 αποφασίστηκε να δοθεί αποζημίωση στους συγγενείς των θυμάτων και να αποκατασταθεί η φήμη τους. Μόλις το 1957 η πολιτεία της Μασσαχουσέττης απολογήθηκε επισήμως για τις δίκες των μαγισσών στο Salem.

Το κυνήγι των μαγισσών στο Νέο κόσμο πιθανώς να ήταν μια προμελετημένη στρατηγική για να οδηγήσουν τις ήδη ταραγμένες ζωές των αποίκων στον τρόμο δημιουργώντας με αυτό τον τρόπο μια κοινωνία ανίκανη για οποιαδήποτε αντίσταση. Έμοιαζε με μια τακτική περίφραξης των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων αφού έστρεψαν τα μέλη τους το ένα ενάντια στο άλλο, δικαιολογώντας έτσι την κοινωνική υποδούλωση τους.

Το χειμώνα του 1692 παράξενα πράγματα άρχισαν να συμβαίνουν στο μικρό χωριό του Salem ωθώντας τους χωρικούς να φτάσουν στα άκρα. Όσα ακολούθησαν συνεχίζουν να συζητιούνται μέχρι και σήμερα, παρόλο που πέρασαν περισσότερα από 300 χρόνια. Η κόρη του αιδεσιμότατου Samuel Parris η 9 χρονη Betty και η 11 χρονη προστατευόμενή του Abigail Williams, κρυφά μαζί με τις φίλες τους προσπαθούσαν να μαντέψουν τους μελλοντικούς συζύγους τους χρησιμοποιώντας το «Venus glass», μια ανορθόδοξη για εκείνη την εποχή μέθοδο που τους επέτρεπε να παρατηρήσουν τα σχήματα που δημιουργούσε το ασπράδι ενός αυγού τη στιγμή που επέπλεε μέσα σε ένα ποτήρι νερό.

Ήταν 20 Ιανουαρίου όταν η Betty και η Abigail άρχισαν να έχουν μια αλλόκοτη συμπεριφορά, που θύμισε την περίπτωση των θυμάτων της “μάγισσας” Goodwin λίγα χρόνια νωρίτερα. Με σπασμωδικές κινήσεις έμοιαζαν να μάχονται ενάντια στις επιθέσεις κάτι αόρατου, πετούσαν πράγματα, ούρλιαζαν, κρύβονταν κάτω από έπιπλα και το σώμα τους έπαιρνε ασυνήθιστες πόζες. Τα κορίτσια φώναζαν ότι κάποιος τις τσιμπά με καρφίτσες. Ο Parris κάλεσε τον τοπικό γιατρό William Griggs, ο οποίος αφού εξέτασε τα κορίτσια δήλωσε ότι δεν βρήκε κάποιο σύμπτωμα που να οφείλεται σε ασθένεια, υποθέτοντας έτσι ότι η αιτία αυτής της παράξενης συμπεριφοράς ήταν η μαγεία. Οι χειρότεροι φόβοι του αιδεσιμότατου φάνηκαν να πραγματοποιούνται μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Σύντομα στο χωριό άρχισαν να έχουν παρόμοια συμπεριφορά και άλλα νεαρά κορίτσια.

Οι υποψίες του Parris αμέσως έπεσαν πάνω στην Ινδιάνα σκλάβα Tituba, που είχε φέρει μαζί του από τα νησιά Μπαρμπάντος. Τα παιδιά συχνά την επισκέπτονταν για να τους πει το μέλλον. Στην αρχή η Tituba αρνήθηκε οποιαδήποτε σχέση με τη μαγεία, αλλά όταν ο Parris χειροδίκησε πάνω της αυτή ομολόγησε ότι μαζί με το σύζυγό της John βοήθησαν τη γειτόνισσα τους Mary Sibley να φτιάξει το «γλυκό των μαγισσών», για να διαπιστώσουν αν όντως τα παιδιά ήταν μαγεμένα. Μέσα σε σίκαλη πρόσθεσαν τα ούρα των κοριτσιών και άφησαν το κέικ να ψηθεί. Σύμφωνα με την παράδοση έπρεπε να το φάει ένας σκύλος και αν αυτός παρουσίαζε παρόμοια συμπτώματα θα σήμαινε ότι τα κορίτσια είχαν πέσει θύματα μαγείας. Ο αιδεσιμότατος Parris μίλησε προσωπικά με τη Mary Sibley και την επέπληξε για τις απερίσκεπτες ενέργειές της, αυτή με τη σειρά της αναγνώρισε δημοσίως το σφάλμα της. Η φήμη της σύντομα αποκαταστάθηκε και δεν καταδικάστηκε για εξάσκηση μαγείας, παρόλο που η πράξη της μπορούσε να την οδηγήσει εύκολα στην κρεμάλα και το όνομά της δεν αναφέρθηκε ποτέ ξανά κατά τη διάρκεια των δικών. Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι το κέικ ήταν η αιτία για τη φρενίτιδα που επικράτησε στο χωριό Salem, ίσως αν δεν είχε συμβεί αυτό το περιστατικό τα δυο κορίτσια να είχαν σταματήσει την παράξενη συμπεριφορά τους.

Όταν αιδεσιμότατος Parris ρώτησε τα κορίτσια ποιός τις βασανίζει, αυτές έσπασαν τη σιωπή τους και ξεφώνισαν τρία ονόματα: Tituba, Sarah Osborne, Sarah Good. Στις 29 Φεβρουαρίου εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης για τις τρεις γυναίκες με την κατηγορία ότι μάγεψαν τις Betty Parris και Abigail Williams, την 12 χρονη Ann Putnam Jr. και την Elizabeth Hubbard. Αρκετοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι η ανάμειξη της Ann Putnam Jr. υποδήλωνε ότι οι προσωπικές διαμάχες της οικογένειας Putnam με ορισμένα μέλη της κοινότητας ήταν ο κύριος λόγος για το μετέπειτα κυνήγι μαγισσών.

Η Sarah Good ήταν κόρη ενός εύπορο Γάλλου ξενοδόχου ο οποίος αυτοκτόνησε αφήνοντας τις κόρες του χωρίς κληρονομιά. Μετά από δύο γάμους η Sarah ανίκανη να ξεπληρώσει τα χρέη της αναγκάστηκε να ζητιανεύει για δουλειά, φαγητό και καταφύγιο από τους γείτονές της. Μετά από λίγο καιρό αυτή και ο δεύτερος άντρας της έμειναν άστεγοι. Οι κάτοικοι του Salem περιέγραφαν τη Sarah ως μια βρόμικη και οξύθυμη γυναίκα, που αμφισβητούσε τις πουριτανικές αρχές και είχε αποκοπεί από την κοινωνία του χωριού. Μέχρι και ο ίδιος της ο άντρας ισχυρίστηκε ότι η σύζυγος του μπορεί και να ήταν μάγισσα αφού τον παραμελούσε. Κατηγορήθηκε επίσης ότι περιπλανιόταν από πόρτα σε πόρτα ζητώντας ελεημοσύνη και όταν την έδιωχναν έφευγε μουρμουρίζοντας. Στη δίκη η ίδια ισχυρίστηκε ότι έλεγε της 10 εντολές, αλλά οι κατήγοροι της επέμεναν ότι ξεστόμιζε κατάρες. Όταν της ζητήθηκε να απαγγείλει τις 10 εντολές ενώπιον του δικαστηρίου αυτή δεν κατάφερε να πει ούτε μία. Η Sarah Good τελικά κρίθηκε ένοχη για μαγεία και καταδικάστηκε σε απαγχονισμό. Λίγο πριν την εκτέλεση της ο δικαστής Nicholas Noyes της ζήτησε να ομολογήσει και οι τελευταίες της λέξεις ήταν «Είσαι ψεύτης! Όσο είμαι εγώ μάγισσα, άλλο τόσο είσαι μάγος κι εσύ. Αν μου πάρεις τη ζωή, ο Θεός να δώσει να πιεις αίμα». 25 χρόνια αργότερα ο Noyes θα πεθάνει από αιμορραγία και κυριολεκτικά θα πνιγεί με το ίδιο του το αίμα. Η Sarah Good ήταν έγκυος τη στιγμή της σύλληψής της και γέννησε μέσα στο κελί της, όμως το βρέφος πέθανε πιθανότατα από τις άθλιες συνθήκες της φυλακής και από υποσιτισμό. Λένε ότι ένα παράξενο δέντρο φύτρωσε κοντά στον τάφο της.

Από τη μανία των πουριτανών δεν γλίτωσε ούτε και η κόρη της Sarah η Dorothy Good, που τη στιγμή της σύλληψής της ήταν μόλις τεσσάρων ετών! Η Mary Walcott και η Ann Putnam Jr. ισχυρίστηκαν ότι το παιδί ήταν διαταραγμένο και τις δάγκωνε σαν να ήταν άγριο ζώο. Κατά την ανάκριση της  από τους αρμόδιους, το κορίτσι ομολόγησε ότι ήταν μάγισσα και ότι είχε δει τη μητέρα της να συναναστρέφεται με το Διάβολο, επίσης είπε ότι της είχε δωρίσει ένα φίδι το οποίο μιλούσε μαζί της και ρουφούσε αίμα από το δάχτυλο της. Οι εξεταστές θεώρησαν ότι το φίδι ήταν ένα «familiar», ο πνευματικός υπηρέτης μιας μάγισσας. Η μικρή Dorothy παρέμεινε στη φυλακή από το Μάρτιο μέχρι τις 10 Δεκεμβρίου, μέχρι να καταφέρει ο πατέρας της να συγκεντρώσει τις 50 λίρες που απαιτούνταν για την απελευθέρωσή της.

Η Sarah Osborne ήταν μια μεσήλικη γυναίκα, χήρα ενός εξέχοντος κάτοικου του Salem, επίσης ήταν συγγενής εξ αγχιστείας με την ισχυρή οικογένεια Putnam με την οποία βρισκόταν σε νομικές αντιμαχίες. Για τρία περίπου χρόνια η Osborne δεν εκκλησιαζόταν εξαιτίας μια χρόνιας ασθένειας που την ταλαιπωρούσε. Επιπλέον οι κάτοικοι του Salem δεν ενέκριναν το δεύτερο γάμος της με ένα υπηρέτη, και την κατέκριναν ότι προσπαθούσε να ελέγξει την κληρονομιά του γιου της τον προηγούμενο γάμο της. Η κατήγορός της Elizabeth Hubbard υποστήριξε ότι η Osborne τη τσιμπούσε με βελόνες πλεξίματος. Το ένταλμα σύλληψής της βγήκε στις 1 Μαρτίου 1692 και πέθανε μέσα στις φυλακές της Βοστόνης στις 10 Μαΐου.

Η Tituba ήταν η πρώτη γυναίκα που κατηγορήθηκε για μαγεία από την κόρη του Samuel Parris, Betty και την ξαδέρφη της Abigail Williams. Πιθανότατα έγινε στόχος λόγο της εθνικότητάς της, πράγμα που τη διαφοροποιούσε αυτόματα από την πουριτανική κοινότητα. Κατηγορήθηκε ότι προσέλκυε τα κορίτσια με ιστορίες μαντικής, ερωτικών συνευρέσεων με δαίμονες και πλάνης, πράγματα που διέγειραν τη φαντασία τους. Παρόλο που στην αρχή η Tituba είχε αρνηθεί οποιαδήποτε σχέση με τη μαγεία, αργότερα έγινε η πρώτη γυναίκα που αποκάλυψε ότι ήταν υπηρέτης του Διαβόλου. Παραδέχτηκε ότι είχε μάθει, όταν ζούσε ακόμα στα νησιά Μπαρμπάντος, μερικές τεχνικές για να αποκρούει τις δυνάμεις του κακού και να ανακαλύπτει αν κάποιος ήταν μαγεμένος. Από τη στιγμή που δεν είχε σκοπό να βλάψει κάποιον, η Tituba επέμεινε ότι δεν ήταν μάγισσα η ίδια αλλά οι συγκατηγορούμενες της. Στην απολογία της είπε ότι την επισκέφτηκε ένας ψηλός μαυροντυμένος άντρας που απαίτησε να γράψει το όνομα της σε ένα μεγάλο βιβλίο. Παρά τις αρχικές αντιρρήσεις της, τελικά υπέκυψε στις έντονες πιέσεις της Good και της Osborne και αναγκάστηκε να υπογράψει. Άλλα έξι ονόματα ήταν καταχωρημένα στο βιβλίο αλλά δεν κατάφερε να διακρίνει τι έγραφαν. Είπε επίσης ότι η Sarah Osbone έβαλε τη γάτα της να επιτεθεί στην Elizabeth Hubbard δαγκώνοντας και γρατζουνώντας το κορμί του κοριτσιού. Την κατηγόρησε επίσης ότι κατείχε ένα πλάσμα με κεφάλι γυναίκας, δύο πόδια και φτερά. Για την Sarah Good είπε ότι τριγύρω της πετούσαν μαύρα και κίτρινα πουλιά που τα έβαζε να επιτεθούν στα κορίτσια. Η ομολογία της Tituba έφερε το χάος στο μικρό χωριό του Salem, ξεκινώντας ένα αδυσώπητο κυνήγι μαγισσών. Η ιστορία θέλει την Tituba να γλιτώνει τον απαγχονισμό και να παραμένει στη φυλακή για 13 μήνες, μέχρι που κάποιο άγνωστο άτομο πλήρωσε το αντίτιμο της αποφυλάκισής της και την πήρε μακριά από το χωριό. Τα ίχνη της από εκεί και πέρα εξαφανίστηκαν.

Ο φόβος της μαγείας φαίνεται ότι ήταν κολλητικός και εξαπλώθηκε σαν επιδημία λίγες μέρες μετά τα πρώτα κρούσματα. Τα κορίτσια που προσβλήθηκαν κατηγορούσαν τον έναν μετά τον άλλον, έχοντας στα χέρια τους την τύχη όλων των κατοίκων του Salem.


http://www.thedailyowl.gr/salem-witch-trials/

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις